Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ζώα στην αιχμαλωσία

Φανταστείτε τον εαυτό σας μέσα σ' ένα υπαίθριο κλουβί, χωρίς να καταλαβαίνετε γιατί σας έχουν κλείσει εκεί μέσα και, το σπουδαιότερο, χωρίς να ξέρετε αν θα σας αφήσουν ποτέ ξανά ελεύθερους...

Γύρω από το κλουβί σας βρίσκονται πελώριες μαϊμούδες που σας περιεργάζονται, άλλες χαμογελαστές, άλλες σοβαρές.
Πλησιάζουν στο κλουβί για να βγάλουν φωτογραφίες μαζί σας, αλλά εσείς τρέμετε γιατί δεν ξέρετε για ποιον λόγο σας έρχονται κοντά.
Κάποιες προσπαθούν να σας ταΐσουν φιστίκια, κάποιες πιο ανόητες σάς τα πετάνε στα μούτρα για να τα πιάσετε στον αέρα και άλλες -πιο κακομαθημένες- φωνάζουν για να σας τρομάξουν, ή σας πετάνε πετραδάκια στο κεφάλι, και μετά γελάνε σαν χαζές με την ενόχλησή σας...
Πώς θα νιώθατε άραγε;...

Φανταστείτε τα όλα αυτά και μετά κάντε μία αντιστροφή ρόλων...
Βάλτε στην θέση σας τα ζώα των ζωολογικών κήπων και στην θέση των μαϊμούδων τούς ανθρώπους που πηγαίνουν βόλτα σ' έναν ζωολογικό κήπο...


Παρακάτω θα δείτε φωτογραφίες ζώων από ένα μεγάλο ζωολογικό πάρκο της Αττικής. Όμως, επειδή το blog λόγω ιδεολογίας είναι κάθετα αντίθετο σε κάθε είδους σκλαβιά -είτε μιλάμε για ανθρώπους, είτε μιλάμε για ζώα- γι' αυτό, για λόγους ισορροπίας, κάτω από κάθε εικόνα ζώου στο ζωολογικό πάρκο θα βάζουμε και μία εικόνα του αντίστοιχου ζώου στην ελεύθερη φύση.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

"Εκπαίδευση για θάνατο: Η δημιουργία ενός Ναζί"

Education for Death: The Making of the Nazi" (Εκπαίδευση για θάνατο: Η δημιουργία ενός Ναζί), λέγεται το 10λεπτο φιλμάκι κινουμένων σχεδίων του Walt Disney, που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1943 και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Gregor Ziemer.

Η ταινία παρουσιάζει την ιστορία του μικρού Χανς, ενός αγοριού, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη ναζιστική Γερμανία και ανατρέφεται για να γίνει ένας ανελέητος στρατιώτης.

Το παραμύθι του δέντρου


(Από το Ζάλογγο της Ηπείρου) 

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα δέντρο ζούσε στους πρόποδες ενός γυμνού από δέντρα βουνού, του οποίου ονειρευόταν να κατακτήσει την κορυφή.
Το δέντρο ήταν νεαρό και ανυπόμονο, γι’ αυτό και απαίτησε από τη γη να το μεταφέρει αμέσως στην κορυφή.
Η γη όμως του αποκρίθηκε: «Το μόνο που θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω, είναι ισχυρούς σεισμούς. Αυτό όμως που θα κατάφερναν, θα ήταν να σε μετακινήσουν για λίγα μόλις μέτρα. Εκτός αυτού –πέραν της καταστροφής που θα συντελούσαν τόσοι ισχυροί σεισμοί– η κορυφή σου θα είχε πιθανότατα αλλοιωθεί τόσο πολύ, που δε θα έμοιαζε καθόλου με την κορυφή που είχες ονειρευτεί να κατακτήσεις».
Έτσι, το δέντρο συνειδητοποίησε πως θα έπρεπε να αναζητήσει βοήθεια από αλλού.

Τότε λοιπόν ζήτησε τη βοήθεια του νερού, το οποίο του αποκρίθηκε: «Θα μπορούσα να διαβρώσω την κορυφή και να τη φέρω πιο κοντά σου, αλλά αυτό θα χρειαζόταν παρά πολλά χρόνια για να γίνει».
«Δεν υπάρχει κάτι άλλο, πιο δραστικό που θα μπορούσες να κάνεις;» ρώτησε με αγωνία το δέντρο.
«Αν θέλεις δραστικές αλλαγές, ίσως μπορεί να σε βοηθήσει η φωτιά. Αυτό όμως που μπορώ να κάνω, είναι να σε ποτίζω και να φροντίζω ώστε να είσαι γερό και δυνατό μεγαλώνοντας».
Το δέντρο, ευχαρίστησε το νερό και αποδέχτηκε τη βοήθειά του.

Έτσι, στράφηκε στη φωτιά για βοήθεια: «Έμαθα πως μπορείς να επιφέρεις δραστικές αλλαγές και σκέφτηκα μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις, αληθεύει;» ρώτησε με αγωνία το δέντρο. «Αληθεύει, αλλά στην περίπτωσή σου η μόνη δραστική αλλαγή που θα μπορούσα να επιφέρω, θα ήταν να σε κάψω. Ίσως καλύτερα να ζητήσεις τη βοήθεια του αέρα, που μπορεί κι αυτός υπό προϋποθέσεις να επιφέρει ραγδαίες αλλαγές».
Η φωτιά συνέχισε να μιλάει, αλλά το δέντρο είχε τόσο πολύ τρομοκρατηθεί από τα λεγόμενά της, που πάγωσε, έχασε τα λογικά του και έμεινε ακίνητο για αρκετές ώρες.

Όταν συνήλθε αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή της φωτιάς και ζήτησε τη βοήθεια  του αέρα: «Αέρα, θα μπορούσες μήπως να με μεταφέρεις στην κορυφή του βουνού; Σε παρακαλώ, είσαι η τελευταία μου ελπίδα».
«Θα μπορούσα να στείλω ένα δυνατό ανεμοστρόβιλο που θα κατάφερνε να σε  σηκώσει και να σε μεταφέρει πολλά μέτρα» απάντησε ο αέρας. «Για να συμβεί αυτό όμως, πρέπει να σε ξεριζώσω. Είσαι σίγουρο πως αξίζει να πεθάνεις για να υλοποιήσεις το όνειρό σου; Μην ξεχνάς επίσης, πως είναι πιθανό (όσο θα σε μεταφέρει ο ανεμοστρόβιλος προς την κορυφή)  να έχεις ήδη ξεψυχήσει και δεν είναι καν σίγουρο πως θα καταφέρει να σε μεταφέρει ως τόσο ψηλά».

Τα λόγια του αέρα προβλημάτισαν πολύ το δέντρο, που απόμεινε μονάχο του να σκέφτεται αν όντως άξιζε το ρίσκο.
Επειδή όμως ο αέρας συμπάθησε το δέντρο, σκέφτηκε να του αντιπροτείνει μια λύση που ίσως το έβγαζε από τη δύσκολη θέση: «Θα μπορούσα επίσης, αν προτιμάς» συνέχισε ο αέρας «να φυσάω δυνατά όταν πέφτουν οι καρποί σου στο έδαφος, ώστε να φτάνουν όσο το δυνατόν ψηλότερα προς την κορυφή γίνεται. Έτσι –αν είσαι τυχερό– ίσως καταφέρεις μια μέρα να δεις τους απογόνους σου να κατακτούν την κορυφή».

Το δέντρο ευχαρίστησε τον αέρα για την καλοσύνη του και αποδέχθηκε τη βοήθειά του. Δεν μπορούσε όμως να χαρεί, καθώς συνειδητοποιούσε πως δε θα μπορούσε ποτέ το ίδιο να υλοποιήσει το όνειρό του.

Πέρασαν τα χρόνια, το δέντρο μας είχε γίνει πια υπεραιωνόβιο και παρατηρούσε με καμάρι τα νεαρά δεντράκια που είχαν φυτρώσει στην πλαγιά τού βουνού.
Έτσι –όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει– πέθανε ευτυχισμένο όντας σίγουρο πως μια μέρα το δάσος που δημιούργησε με τη βοήθεια του νερού και του αέρα, θα επέτρεπε σε κάποιο δέντρο να φτάσει στην κορυφή του βουνού.

Ευτυχώς το δέντρο πέθανε νωρίς και δεν έζησε καμιά απ’ τις φωτιές που άρχισαν να ξεσπούν λίγα χρόνια αργότερα και κατέστρεφαν μεγάλο μέρος του δάσους κάθε φορά. Αυτές οι φωτιές, όχι μόνο ανέκοπταν την πορεία του δάσους προς την κορυφή, αλλά το ανάγκαζαν να συρρικνώνεται προς τους πρόποδες του βουνού. Όμως καμιά φωτιά δεν κατάφερε να αφανίσει ολοκληρωτικά το δάσος, που εμπνευσμένο από την ιδέα του προγόνου του για κατάκτηση της κορυφής, έπαιρνε δύναμη κάθε φορά, αναγεννιόταν και άρχιζε να εξαπλώνεται ξανά προς την κορυφή.

Ώσπου μια μέρα –μετά από πάρα πολλά χρόνια και αμέτρητα πισωγυρίσματα– ήρθε η στιγμή που ένα δέντρο κατάφερε να κατακτήσει την κορυφή τού βουνού.
Μόνο που μεγαλώνοντας το δέντρο αυτό, το εκλεκτό, συνειδητοποίησε πως βρίσκεται στους πρόποδες  ενός πιο ψηλού  –επίσης γυμνού από δέντρα– βουνού, του οποίου ονειρεύτηκε να κατακτήσει την κορυφή...




(Από την Όλγα)

"Η βασίλισσα και οι κόρες της"

Ήτανε ένας βασιλέας και η γυναίκα του έκανε όλο κόρες. Τελευταία, που ’ταν έγκυος, της λέει: «Γυναίκα, αν ξανακάμεις κόρη, θα σε χωρίσω, δε γίνεται αλλιώς». Η κακομοίρα, ήταν έγκυος πάλι. Μηνάει της μαμής και πάει. «Μαμή, έτσι κι έτσι, τι θα γίνω, αν κάμω κόρη;». «Μη στενοχωριέσαι», της λέει η μαμή».
Πιάνουν της βασίλισσας οι πόνοι, πάει η μαμή, κάνει κόρη. Αφού έκανε κόρη, τι κάνει η μαμή; Προβέλνει πάνω στο μπαλκόνι του παλατιού και φωνάζει: «Βρε παιδάκια, βρε παιδάκια, τρέξετε, πάτε να πείτε του βασιλιά πως ήκαμε το γιο!» (κι εκείνη ήντανε κόρη). Το ντύνανε αντρικά, το στολίζανε κι ο βασιλιάς νόμιζε ότι έβλεπε το γιο.
Τα παιδιά δεν τα βαπτίζανε μικρά εκεί πέρα, όπως συνηθούντανε, μόνο τ’ αφήνανε και μεγαλώνανε. Ήρθε η ώρα που ’θελε να βαπτιστεί το παιδί. Λέει, λοιπόν, ο βασιλιάς της βασίλισσας: «Αύριο, την τάδε ώρα θα μου στείλεις το παιδί, που θα ’ρθει ο παπάς, να το βαπτίσουμε». Λέει: «Καλά». Εκείνη, η τρομάρα της, πια! Μήνυσε της μαμής και πήγε κι ηρχινίξανε, λοιπόν και συζητούσανε κι κλαίανε. Σου λέει: « Τώρα, θα σκοτώσει και σένα, θα σκοτώσει και μένα, που τον εγελάσαμε το βασιλιά!».

"Ο έξυπνος γάτος"

(Λαϊκό παραμύθι από τις Μαργαρίτες Γεροποτάμου Ρεθύμνης) 

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος και είχενε τρία παιδιά, ένα γάτη, ένα μύλο και ένα γαϊδουράκι. 
Όταν εγέρασε και κατάλαβε πως ήρθε ο καιρός του να ποθάνει,κάλεσε τα παιδιά του να τους μοιράσει ό,τι έχει. 
Του μεγάλου γιου έδωσε το μύλο,του μεσαίου έδωσε το γάιδαρο, και του μικρού το γάτη. 
«Να τον έχεις, να τόνε περιποιείσαι, και τούτος θα ’ναι η μοίρα σου» του είπενε. 
Το παιδί δεν εδιαμαρτυρήθηκε. Έπιασε, όμως, χειμώνας και δε μπορούσε να πάει να δουλέψει. Νιαούριζε ο γάτης στα πόδια του. «Είντα θα σου δώσω να φας, που βρέχει και δεν έκαμα μεροκάματο, δεν έχω ψωμί». 
Αλλά αυτός είχε ανθρώπινη εμιλιά και μίλιε: «Μη στενοχωράσαι, αφέντη, θα πάω στου βασιλιά, να του πω να σου δώσει την κόρη του γυναίκα, να πάμε να ζήσομε στο παλάτι». Εγέλασε το παιδί. «Εμένα θα δώσει την κόρη του;» «Ναι, εγώ θα του το πω, και θα σου τήνε δώσει». 

"Γεια χαρά πλάτανε- παραμυθά!"

«Γλυκό καλοκαιράκι αγαπημένο!»
Το καλοκαιράκι είναι η αγαπημένη εποχή του γέρο-πλάτανου, κι ο Αύγουστος ο αγαπημένος του μήνας. Και η αυγουστιάτικη πανσέληνος είναι η αγαπημένη νύχτα τού αγαπημένου του καλοκαιριού. Ο γέρο- πλάτανος κάθε χρόνο την περιμένει με λαχτάρα εκείνη τη βραδιά του Αυγούστου. Εδώ και πολλά χρόνια την έχει καθιερώσει για τη δική του, τη μοναδική γιορτή του. Τότε, κάτω από το γλυκό φως του ολόγιομου φεγγαριού, ο γέρο – πλάτανος μαζεύει κοντά του όλους τους φίλους του και τους αφηγείται απίθανες ιστορίες και παραμύθια. Γι΄ αυτό εκείνη τη νυχτιά τη λένε «γιορτή του παραμυθιού» και τον γέρο-πλάτανο πολλοί τον ξέρουν «πλάτανο-παραμυθά». Αυτή την υπέροχη γιορτή την οργάνωνε πολλά-πολλά χρόνια! Τόσο πολλά που ούτε ο ίδιος πια δε θυμάται, γιατί τα ΄χει τα χρονάκια του. Μα εγώ φρόντισα κι έμαθα, μου τα είπε όλα ο ήλιος που όλα τα βλέπει κι όλα τα ξέρει. Τώρα θα τα διηγηθώ κι εγώ με τη σειρά μου σε εσάς, για να μάθετε την ιστορία του πλάτανου-παραμυθά που μια φορά το χρόνο λέει ιστορίες και παραμύθια, κι όποιος είναι τυχερός και εκείνη τη μαγική βραδιά βρεθεί στη συντροφιά του έχει να το λέει σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του!

"Η γριά και το κριάρι"

(Παραμύθι από το Μελισσουργιό Κισσάμου Χανίων) 

Μια φορά ήτανε μια γριά κι ένας γέρος κι είχανε ένα κριάρι. Ο γέρος δεν την αγαπούσε τη γριά κι ήθελε να τηνε τυραννά. Της έλεγενε συνέχεια:
«Πήαινε, γριά, να φέρεις χόρτα στο κριάρι!» Η κακομοίρα μέρα-νύχτα έτρεχε και κουβάλαγε χόρτα. Το κριάρι έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα, κι ο γέρος ασταμάτητα την έστελνε να του φέρει χόρτα.
«Μα, γέρο μου, να το σφάξουμε πια το κριάρι!» του είπε μια μέρα. Δε μπορώ άλλο να κουβαλώ χόρτα!»
«Θα κουβαλάς!» της λέει «γιατί εγώ το κριάρι δεν το σφάζω, μέχρι να βγει το ξύγκι από τον πισινό του!»

Απογοητεύτηκε η γριά. Άμα δεν κουβάλαγε τα χόρτα, ο γέρος την έδερνε. Σου λέει ‘‘τι να κάνω; θα κουβαλάω όσο να μπορώ.’’ Ο χασάπης του χωριού όμως, την ελυπήθηκε. Της λέει μια μέρα:
«Κακομοίρα γριά, ακόμα βασανίζεσαι μ’ αυτό το κριάρι;»
«Τι να κάνω; Ο γέρος δεν θέλει να το σφάξει και τυραννιέμαι. Δε μπορώ άλλο, θα πεθάνω!»
«Είσαι μπουνταλού! Ο άντρας σου δε βλέπει καλά! Πάρε βαμβάκι και βάλε το στην ουρά του, και πες στο γερο ‘‘γερο επόρισενε το ξύγκι από τον πισινό του κριαριού, φώναξε το χασάπη!’’ Αυτός θα δει το βαμβάκι και θα το περάσει για ξύγκι. Θα έρθω εγώ τότε γρήγορα-γρήγορα να το σφάξω!»

Η ιστορία της ελιάς

(Παραμύθι της Πελοποννήσου) 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό, αλλά πολύ καλό κορίτσι, που το έλεγαν Ελιά. Της άρεσε πολύ να φροντίζει τους ανθρώπους. 
Συνέχεια πήγαινε να δει τι κάνει ο κόσμος: αν είναι φτωχός, δυστυχισμένος ή στεναχωρημένος, ή για κάτι που τους συνέβη. Όταν άκουγε πως κάτι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο στεναχωριόταν. Ήθελε να κάνει κάτι που να ευχαριστεί όλους τους ανθρώπους, είτε οικονομικά είτε φροντίζοντάς τον. Σκεφτόταν όλη την ημέρα τι τους ευχαριστεί περισσότερο. 
Μια μέρα κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας, άλλη μέρα πήγε και περιποιήθηκε μια γιαγιά, κάποια άλλη πήγε και έβγαλε βόλτα έναν παππού. 
Έτσι πέρναγε η μέρα της. Της άρεσε αυτό που έκανε, αλλά στενοχωριόταν που ο κόσμος παρέμενε δυστυχισμένος.

Μια μέρα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και είδε τον εαυτό της πολύ αδυνατισμένο. Έπρεπε να μην κουράζεται τόσο πολύ στην δουλειά της. 
Σκεφτόταν συνέχεια:
—Τι να κάνω, τι να κάνω;

Κάποτε ένα σπουργίτι την είδε που ήταν τόσο στεναχωρημένη και θέλησε να την βοηθήσει. Έτσι πέταξε βαθιά στο δάσος και βρήκε μια νεράιδα.
—Καλή μου νεράιδα, τρέξε, γιατί η Ελιά κλαίει.
Η νεράιδα έτρεξε αμέσως.
—Τι σου συνέβη Ελιά μου;
—Αχ καλή μου νεράιδα η κοιλιά μου πονάει συνέχεια μα εγώ δεν μπορώ να σταματήσω να κάνω την δουλειά μου. Θέλω τόσο πολύ να βοηθάω τους ανθρώπους...
—Ναι, αλλά εγώ μπορώ να σε βοηθήσω.
—Αλήθεια;
—Και βέβαια! Λοιπόν σκέφτηκα κάτι πολύ απλό και πολύ εύκολο για μένα. Μπορώ να σε μεταμορφώσω σε δέντρο και έτσι να μπορείς να βοηθάς τους ανθρώπους αιώνια.
—Αλήθεια μπορείς να το κάνεις αυτό για μένα;
—Και βέβαια! Μου αρέσει και εμένα να κάνω καλό στους ανθρώπους!

Έτσι η Ελιά μεταμορφώθηκε σε δέντρο και έκανε αυτό που ήθελε, δηλαδή να βοηθά τους ανθρώπους! 
Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς ακόμα καλύτερα! 

Από την Αναστασία

Η τροφή στον κόσμο (+ βίντεο)

Πριν μερικά χρόνια ο φωτογράφος Peter Menzel επισκέφτηκε 24 χώρες στον κόσμο και φωτογράφισε μία οικογένεια από κάθε χώρα με τα τρόφιμα που κατανάλωνε αυτή σε μία εβδομάδα, προκειμένου να διαπιστώσει (ταυτόχρονα και εμείς, αφού την δουλειά του την εξέδωσε σε βιβλίο: "The hungry planet") τις διατροφικές συνήθειες του κάθε λαού. Μερικές από τις φωτογραφίες του είναι οι παρακάτω.
Προσέξτε τα είδη των τροφίμων, αλλά και τις ποσότητες που καταναλώνουν οι διάφοροι λαοί, σε σχέση με τις κλιματολογικές συνθήκες και την οικονομική ανάπτυξη της κάθε χώρας.
Δείτε το βίντεο με ένα απόσπασμα ελληνικής ταινίας με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, στην αρχή.


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Τα υπνοδωμάτια 12 παιδιών στον κόσμο

Από την Κένυα στο Κεντάκι... Από τα σκουπίδια σε ροζ δωμάτια...
Παιδιά από όλο τον κόσμο, από διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και κοινωνικές τάξεις,
όλα μαζί κάτω από τον φακό του φωτογράφου James Mollison.

Ένα σοκαριστικό έργο που δείχνει πόσο άνισα ζουν οι άνθρωποι στον κόσμο.

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο τού James Mollison: "Where Children Sleep".
__________________________________________________

Όταν ζητήθηκε από τον φωτογράφο James Mollison να φτιάξει ένα έργο σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών, του ήρθε στο μυαλό το παιδικό του δωμάτιο. Η εξέλιξη αυτής της ιδέας ήταν το "Where Children Sleep". Οι φωτογραφίες που έβγαλε απεικονίζουν την σκληρή πραγματικότητα.


Διατροφικές ανισότητες: Υποσιτισμός - παχυσαρκία



Ο ΥΠΟΣΙΤΙΣΜΟΣ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ!


"Η Ανθομαλλούσα"


 (Λαϊκό παραμύθι της Σούγιας Σελίνου Κρήτης)

Μια φορά κι έναν καιρό στην αρχαία Σύια, τη σημερινή Σούγια, ζούσε ένας άρχοντας με τη μονάκριβη θυγατέρα του. Τ’ όνομά της το ’χανε ξεχάσει πια γιατί όλοι την ήξεραν και την φώναζαν Ανθομαλλούσα. Από μικρό κοριτσάκι στόλιζε τα μαλλιά της με λουλούδια, γιασεμιά και λεμονανθούς ή μανουσάκια ή χαμομήλια και κείνα ευωδιάζανε συνέχεια. Μα δεν ήταν μόνο τα ευωδιαστά της μαλλιά που μάγευαν τον κόσμο, ήταν κι η γλυκιά μιλιά της. Όταν τραγουδούσε όλοι σώπαιναν, την άκουγαν κι ο νους τους εταξίδευε.

Μεγάλωσε η Ανθομαλλούσα κι ο πατέρας της αποφάσισε να την παντρέψει. Αυτό ήταν μια εύκολη υπόθεση αφού όλοι οι νιοι της περιοχής μα και αρχοντόπουλα από μακριά είχαν ακουστά για την καλοσύνη και την ομορφιά της. Ευχαρίστως θα έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν την καρδιά της και να γίνει γυναίκα τους.
Ο άρχοντας όμως σκέφτηκε πως με τα παντρολογήματα της κόρης του θα ήταν ευκαιρία να τακτοποιήσει και κάποια σημαντικά έργα για το καλό όλων των κατοίκων.

"Η νεράιδα και το μαντήλι της"


ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και τον επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε.

Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πώς θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μαντήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».

Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθη αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ’χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και ’γω να κάμω ό,τι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την επαντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.

Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ό,τι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με ’σένα;».

Έτσι της το ’δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σαν νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.

Πηγή: http://laikiparadosi.blogspot.gr/2010/11/blog-post.html 

Από την Άννα-Μαρία

"Το μαγεμένο χρυσόψαρο"

Μια φορά και έναν καιρό, στην Άκρη του Μεγάλου Δάσους, ζούσαν σε ένα καλυβάκι η κυρά Μαριώ με τον άντρα της τον Ιάσονα. Παιδιά δεν είχαν και μεγάλη φτώχεια μάστιζε το καλυβάκι τους. Ο κυρ-Ιάσονας πήγαινε για ψάρεμα με μια απόχη κι ένα καλάμι και ό,τι ψάρια έπιανε τα πουλούσε στην πολιτεία σε μια μεγάλη αγορά, έτσι ώστε να ζούνε.Ένα πρωινό κρατώντας το καλάμι στο χέρι, το αγκίστρι τινάχτηκε δυνατά. Το τραβάει ο κυρ-Ιάσονας και τι να δει! Είχε πιάσει ένα χρυσόψαρο, όπου με ανθρώπινη φωνή του είπε:
—Ψαρά μου, σε παρακαλώ, άσε με να ζήσω, κι εγώ θα σου δώσω ό,τι μου ζητήσεις.
Παραξενεμένος ο ψαράς, κοίταξε το χρυσόψαρο που μιλούσε και του είπε:
—Τι να θέλω από σένα; Εγώ ψάρια θέλω να έχει η θάλασσα, να τα ψαρεύω και πουλώντας τα στην αγορά να μπορούμε να ζούμε με την γυναίκα μου την κυρά-Μαριώ.
—Θα τα έχεις! Απάντησε το χρυσόψαρο, καθώς το έριχνε ο κυρ-Ιάσονας στην θάλασσα.

Το μεσημεράκι επιστρέφοντας στο καλυβάκι διηγήθηκε στην γυναίκα του τι είχε συμβεί.
—Πω-πω! Του απάντησε εκείνη. Αύριο θα πάμε μαζί για να το ακούσω κι εγώ, μήπως με λυπηθεί και μου χαρίσει κι εμένα ό,τι του ζητήσω.

Πράγματι πήγανε στην θάλασσα, στάθηκε η κυρά Μαριώ φωνάζοντας:
«Ψαράκι μου, ψαράκι μου χρυσό, για έβγα έξω που θέλω να σου πω!»
Όμως το χρυσόψαρο δεν βγήκε, παρά κάτι πελώρια κύματα μουγκρίζοντας την πέταξαν μακριά.
Τότε πήγε ο κυρ-Ιάσονας φώναξε και το χρυσόψαρο βγήκε στον αφρό.
—Τι θέλεις; Τον ρώτησε.
—Ένα σπιτάκι πιο ανθρώπινο.
— Πολύ καλά. Θα το έχεις.
Πράγματι όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, αντί να αντικρίσουν την αχυρένια καλύβα τους βρήκαν στην θέση της να στέκεται ένα πολύ όμορφο σπιτάκι.

Δυστυχώς όμως η κυρά Μαριώ πήρε θάρρος, της άρεσε αυτό που συνέβαινε κι έτσι έστελνε κάθε μέρα τον άντρα της να ζητάει από το χρυσόψαρο πλούτη, παλάτια, χρυσαφικά, υπηρέτες, αλλά και αυτοκρατορικά δικαιώματα.
Μια μέρα ο κυρ-Ιάσονας πήγε και πάλι στον γιαλό, φώναξε το χρυσόψαρο και διστακτικά του λέει:
—Ψαράκι μου η γυναίκα μου θέλει να γίνει τρανή Βασίλισσα.
—Τρανή βασίλισσα; Καλά! απάντησε το χρυσόψαρο. Πες της να έρθει εδώ, για να της φορέσω το στέμμα...

Ο κυρ-Ιάσονας έκανε όπως του είπε το χρυσόψαρο. Πήρε την γυναίκα του, την πήγε στον γιαλό, φώναξε το χρυσόψαρο και τότε…ο ουρανός συννέφιασε, τα νερά κατάμαυρα αγρίεψαν. Ανάμεσά τους στάθηκε το ψάρι λέγοντας στην κυρά Μαριώ:
- Σου έδωσα χίλια καλά, αλλά εσύ είσαι αχάριστη. Γι’ αυτό θα σε πάρω μαζί μου να με υπηρετείς.
Και μονομιάς άνοιξε το στόμα του και βούτηξε την κυρά Μαριώ και την κατέβασε στο βυθό τής θάλασσας, εκεί όπου ήτανε τα δικά του ανάκτορα, όλο μαρμάρινες σκάλες, κολώνες, αψίδες, όμορφα σιντριβάνια και έπιπλα από αλάβαστρο.
- Εδώ θα κάτσεις για δέκα χρόνια, της είπε. Έναν αχάριστο άνθρωπο χρειαζόμουν για να λύσει τα μάγια που μου έκαναν πριν από πολλά χρόνια. Θα με υπηρετήσεις και μόνο αν μετανοήσεις και βρεις το χρυσό μου στέμμα στο απέραντό μου Βασίλειο και μου το φορέσεις, τότε θα ξαναγίνω ο Πρίγκιπας του Γαλάζιου Βασιλείου και θα σε ελευθερώσω.

Αυτά είπε το χρυσόψαρο και λικνίζοντας την ουρά του χάθηκε. Και από κείνη την ώρα άρχισε την δουλειά η κυρά Μαριώ, ψάχνοντας για το στέμμα.

Ο κυρ-Ιάσονας περίλυπος πήγαινε κάθε μέρα στο γιαλό παρακαλώντας το χρυσόψαρο να συγχωρέσει την γυναίκα του. Όμως το ψάρι είχε πια εξαφανιστεί.
Κάποια μέρα γυρίζοντας σπίτι του, που είχε γίνει πάλι καλυβάκι, είδε κόσμο μαζεμένο. Δέκα άντρες κρατούσαν ο καθένας από ένα φαναράκι αναμμένο. Πλησιάζει ο κυρ-Ιάσονας τους ρωτάει τι συμβαίνει κι ο μεγαλύτερος από αυτούς απάντησε:

- Είμαστε υπηρέτες του Πρίγκιπα που έγινε χρυσόψαρο και κρατάει την γυναίκα σου, επειδή είναι θυμωμένος για την αχαριστία της. Αν θέλεις να έρθει πάλι κοντά σου η γυναίκα σου, πρέπει να πάρεις ένα-ένα τα φαναράκια, να τα πας σε δέκα ξεχωριστές εκκλησίες, να ανάψεις τα καντήλια και ύστερα να τα φέρεις πίσω όλα αναμμένα, αφήνοντάς τα στον μεγάλο βράχο του γιαλού. Τα φαναράκια θα φωτίσουν και θα δείξουν στην γυναίκα σου τον δρόμο για το χαμένο στέμμα.

Τι να κάνει ο φουκαράς ο ψαράς, έκανε όπως του είπαν. Λίγο αργότερα τα κύματα έκαναν ένα μεγάλο παφλασμό. Παρουσιάζεται η κυρά Μαριώ με το στέμμα, το φοράει στο κεφάλι του χρυσόψαρου κι εκείνο έγινε μεμιάς άνθρωπος.
Τα νερά της θάλασσας γαλήνεψαν, το καλυβάκι ξανάγινε όμορφο σπιτάκι και από τότε η κυρά Μαριώ ευγνωμονεί τον Θεό για όσα της δίνει κάθε μέρα. Ζούνε ευτυχισμένοι με τον κυρ-Ιάσονα, μα είναι πια πολύ γέροι…

Πηγή http://www.junior.gr/paramythia/goldfish.html

Από την Νικόλ





"Οι δώδεκα μήνες"

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.

Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
– Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Πες μου τι τρως ...να σου πω πού μένεις!

ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΚΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

ΒΕΛΓΙΟ

Το Βέλγιο βρίσκεται στην βορειοδυτική Ευρώπη και διακρίνεται σε τρεις μεγάλες περιοχές:
α) στο νοτιοανατολικό ορεινό τμήμα, όπου δεσπόζει η οροσειρά των Αρδενών,
β) στο Μέσο Βέλγιο, και
γ) στο Κάτω Βέλγιο, όπου το έδαφος είναι πολύ γόνιμο.

Το Βέλγιο παράγει κυρίως μελιτζάνες. Άλλα προϊόντα του είναι η σοκολάτα cote d’or και τα μπισκότα Lu.

Ένα ξεχωριστό πιάτο που ποικίλει σε διάφορες περιοχές του Βελγίου είναι το βοδινό μαγειρεμένο σε μπύρα (La Carbonade Flamande). Πάνω από όλα όμως είναι τα αχνιστά μύδια, για τα οποία φημίζονται οι Βέλγοι.



(Από την Νικόλ)
_______________________________________________________________________

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Μουσταλευριά: Μία συνταγή

Υλικά:
12 ποτήρια νερού μούστος
3 κουταλιές στάχτη από ξύλα
αμύγδαλα ή καρύδια
2 ποτήρια νερού αλεύρι

Εκτέλεση
Σε μια κατσαρόλα ρίχνετε τον μούστο μαζί με την στάχτη που την έχετε τοποθετήσει σε πάνινο σακουλάκι και τον βράζετε ενώ παράλληλα τον ξαφρίζετε συνεχώς μέχρι να φύγουν όλοι οι αφροί.
Τον μούστο μετά, τον περνάτε από σουρωτήρι και πανιά ώστε να καθαρίσει τελείως και να πάρει ένα καθαρό χρώμα.
Στην συνέχεια ρίχνετε μέσα σε αυτόν 2 ποτήρια του νερού αλεύρι και τον ανακατεύετε συνεχώς με μια ξύλινη κουτάλα για να μην σβολιάσει, μέχρι να ψηθεί καλά σε σιγανή φωτιά. Μερικοί ρίχνουν και ένα ματσάκι με φύλλα λεμονιάς για άρωμα.
Όταν το μίγμα αυτό αρχίσει να πήζει ( το δοκιμάζετε βάζοντας λίγο σε ένα πιάτο), προσθέτετε τα αμύγδαλα ή τα καρύδια, λίγη κανέλα και το βγάζετε από την φωτιά.
Το μοιράζετε σε πιάτα ή σε ταψιά και το πασπαλίζετε από πάνω με λίγο σουσάμι.

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟ!!

(Από βιβλίο μαγειρικής!!!)


Από Αναστασία, Άννα-Μαρία και Μαρκέλλα.

Πού και πώς οργάνωναν τα γεύματά τους οι αρχαίοι Έλληνες

Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιεργούσαν αγρούς και ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Καλλιεργούσαν δημητριακά,ελιές και αμπέλια. Ακόμα, κυνηγούσαν και ψάρευαν.

Οι δούλοι αναλάμβαναν την προετοιμασία των γευμάτων. Οι γυναίκες φρόντιζαν να υπάρχει σωστός συνδυασμός γεύσεων.

Ξυπνούσαν με την ανατολή του ήλιου και ξεκινούσαν τις καθημερινές τους ασχολίες.

Πριν ξεκινήσουν έτρωγαν το πρώτο τους γεύμα που ονομαζόταν "ακράτισμα". Ήταν ψωμί σε ανέρωτο κρασί. Το ψωμί αυτό το έφτιαχναν από κριθάρι οι φτωχοί και από σιτάρι οι πλούσιοι. Άλλες συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και άλλοι ξηροί καρποί. Το συνηθισμένο τους πρωινό ρόφημα ήταν ο "κυκεών", που ήταν μείγμα κρασιού, τριμμένου τυριού και κριθάλευρου. Άλλο αγαπημένο τους ρόφημα ήταν ένα είδος υδρόμελου που το παρασκεύαζαν με χλιαρό νερό και μέλι. Πριν το μεσημέρι έτρωγαν ένα απλό και γρήγορο γεύμα το "άριστον". Απαρτίζονταν από ψάρι, όσπρια ή έναν εύκολο και απλό συνδυασμό τροφών όπως ψωμί, τυρί, ελιές, αυγά, ξηρούς καρπούς και φρούτα. Τα αυγά τα έτρωγαν μελάτα ή σφικτά.

Πριν απο το βραδινό έτρωγαν κάτι στα γρήγορα. Αυτό ονομαζόταν "εσπέρισμα".

Βασικό γεύμα τους ήταν το βραδινό, "δείπνον" και το είχαν συνδυάσει με το συμπόσιο και την φιλική συντροφιά.
Στην αρχή του γεύματος σέρβιραν ψάρια και πουλερικά. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα από λάδι, ξύδι και μέλι. Το κρασί το έπιναν μετά το φαγητό Ήταν αραιωμένο με νερό για να έχουν καθαρό μυαλό στην διάρκεια των συζητήσεων Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας και πολλά σκόρδα και τυρί. Το κρέας ήταν ακριβό γι' αυτό σπάνια το έτρωγαν και αυτό ήταν κυρίως από κρέας πουλερικών, γουρουνόπουλα και κυνήγι.

Στην διάρκεια του δείπνου ο οικοδεσπότης βρισκόταν συνήθως ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ενώ η γυναίκα του καθόταν σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονταν στα επιδόρπια και στέκονταν όρθια ή κάθονταν, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Όταν είχαν τραπέζι με καλεσμένους, τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονταν.

Το δείπνο τελείωνε με το επιδόρπιο που ήταν γνωστό και σαν "τράγημα". Αποτελούνταν από φρέσκα ή ξερά φρούτα, γλυκά, μέλι και καρύδια και αλμυρές πίτες που τις έφτιαχναν με μέλι, τυρί και λάδι. Η πιο ονομαστή πίτα ήταν ο "μυτλωτός" που ήταν πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδο.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια γι' αυτό έκοβαν το κρέας σε μικρά κομμάτια και το έπιαναν με το χέρι. Ωστόσο χρησιμοποιούσαν οβελούς (σούβλες) και κρέας με δύο ή τρία στελέχη. Χρησιμοποιούσαν κουτάλια, αλλά μερικές φορές και την κόρα του ψωμιού για κουτάλι.

Υπήρχαν αρκετές διαφορές στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων από πόλη σε πόλη.

Ενώ οι Αθηναίοι έτρωγαν στα σπίτια τους ή κάνοντας συμπόσια οι Σπαρτιάτες έτρωγαν όλοι μαζί σε κοινά συσσίτια.

Επίσης οι Σπαρτιάτες έτρωγαν τον "μέλανα ζωμό" και ήταν λιτοδίαιτοι.

Από Αναστασία, Άννα-Μαρία και Μαρκέλλα.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Η Χούντα, το Πολυτεχνείο και το τέλος της



ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΟΥΝΤΑ

Η λέξη «Χούντα» προέρχεται από την Ισπανική λέξη «Junta». Στην έννοια «Χούντα», συγκαταλέγονται όλα ανεξαιρέτως τα ανελεύθερα και καταπιεστικά καθεστώτα, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ανήλθαν ή κατέλαβαν την εξουσία.

Χούντα

Χούντα σημαίνει ''ένωση, επιτροπή'' που ένα άτομο ή μία ομάδα κυβερνά χωρίς να υπολογίζει τους νόμους και το σύνταγμα.
Κύριο χαρακτηριστικό της χούντας είναι η συγκέντρωση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο πρόσωπο ενός δικτάτορα.

Γενικότερα, η χούντα επιβάλλει αυτό που θέλει.

Από την Νικόλ

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Διατροφικές συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων

Την αρχαία ελληνική διατροφή και κουζίνα την χαρακτήριζε η λιτότητα με βασικά συστατικά το σιτάρι, το λάδι και το κρασί, η λεγόμενη μεσογειακή τριάδα.

Σε αφθονία υπήρχε το κρέας σε πλούσιους και φτωχούς ενώ το ψάρι ήταν διατροφική συνήθεια των λίγων, δηλαδή των πλουσίων. Τα γεύματα της ημέρας ήταν τρία και το σημαντικότερο ήταν το δείπνο (βραδινό γεύμα).

Στην αρχαία Ελλάδα εκτός από το καθημερινό δείπνο υπήρχε και το γεύμα με γνωστούς και φίλους που ονομαζόταν συμπόσιο ή εστίαση, κατά το οποίο γινόταν άφθονη κατανάλωση φαγητού και ποτού.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι γυναίκες γευμάτιζαν χωριστά απ τους άνδρες. Υπήρχε η άποψη πως το να τρώει κανείς μόνος του δε σημαίνει ότι γευματίζει αλλά ότι γεμίζει απλά το στομάχι του γι αυτό και η συντροφιά ήταν απαραίτητη συνήθεια κατά τη διάρκεια του δείπνου, όπου παράλληλα απολάμβαναν τραγούδια, χορό, παιχνίδια με σκοπό την άσκηση του πνεύματος καθώς και φιλοσοφικές συζητήσεις.

Νικόλ


Η διατροφή στην αρχαία Ελλάδα


Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων ήταν πολύ σημαντική και είχε και κοινωνικές προεκτάσεις.

Αρχαία ελληνική διατροφή


Την εργασία μας θα την χωρίσουμε σε τέσσερις  ενότητες. Στην πρώτη ενότητα θα αναφερθούμε στις πηγές για την αρχαιοελληνική διατροφή. Στην δεύτερη ενότητα θα αναφερθούμε στα χαρακτηριστικά  της αρχαιοελληνικής διατροφής. Στην τρίτη ενότητα θα εξετάσουμε το περιεχόμενο της  αρχαιοελληνικής διατροφής. Στην τέταρτη ενότητα θα παρουσιάσουμε τους τρόπους της.

Η Εύβοια στα χρόνια της Κατοχής

Στην Εύβοια οι πρώτοι Γερμανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, στους Ωρεούς στις 8 το πρωί της 23ης Απριλίου, με το πλοίο της γραμμής από το Βόλο που είχε καταληφθεί την προηγούμενη.
Ως την επόμενη μέρα δύο επιταγμένα καΐκια, το «Ελένη» και το «Άγιος Νικόλαος», αποβίβασαν στην Εύβοια περίπου 500 άντρες.


Γερμανικά εγκλήματα στην Κρήτη: Η μαρτυρική Κάνδανος



Από την Κάντανο έρχομαι
κι απού τ’ Αποπηγάδι

Δε με ρωτάνε ιντά ’μαθα
Δε με ρωτάνε ιντά ’δα

οδός Κοργιαλενίου


Η οδός Κοργιαλενίου βρίσκεται στην Αθήνα στους Αμπελόκηπους.
Στο 7ο διαμέρισμα Αθήνων.

οδός Κατεχάκη

Η οδός Κατεχάκη πήρε το όνομά της από τον Γεώργιο Κατεχάκη που ήταν Έλληνας Βενιζελίκος στρατιωτικός και πολιτικός του 20ού αιώνα.



Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1881.

οδός Σεβαστουπόλεως



Η οδός Σεβαστουπόλεως πήρε το όνομά της από την Σεβαστούπολη, την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κριμαίας.

oοδός Πανόρμου


Η οδός Πανόρμου πήρε το όνομά της από την Πάνομο, μία πόλη στην Κύζικο.