Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

"Ο έξυπνος γάτος"

(Λαϊκό παραμύθι από τις Μαργαρίτες Γεροποτάμου Ρεθύμνης) 

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος και είχενε τρία παιδιά, ένα γάτη, ένα μύλο και ένα γαϊδουράκι. 
Όταν εγέρασε και κατάλαβε πως ήρθε ο καιρός του να ποθάνει,κάλεσε τα παιδιά του να τους μοιράσει ό,τι έχει. 
Του μεγάλου γιου έδωσε το μύλο,του μεσαίου έδωσε το γάιδαρο, και του μικρού το γάτη. 
«Να τον έχεις, να τόνε περιποιείσαι, και τούτος θα ’ναι η μοίρα σου» του είπενε. 
Το παιδί δεν εδιαμαρτυρήθηκε. Έπιασε, όμως, χειμώνας και δε μπορούσε να πάει να δουλέψει. Νιαούριζε ο γάτης στα πόδια του. «Είντα θα σου δώσω να φας, που βρέχει και δεν έκαμα μεροκάματο, δεν έχω ψωμί». 
Αλλά αυτός είχε ανθρώπινη εμιλιά και μίλιε: «Μη στενοχωράσαι, αφέντη, θα πάω στου βασιλιά, να του πω να σου δώσει την κόρη του γυναίκα, να πάμε να ζήσομε στο παλάτι». Εγέλασε το παιδί. «Εμένα θα δώσει την κόρη του;» «Ναι, εγώ θα του το πω, και θα σου τήνε δώσει». 
Σηκώνεται την άλλη μέρα ο γάτης και φεύγει. 
Στο δρόμο τού απαντήχνουνε ένα κοπάδι πέρδικες. «Πού πας, γάτη;» «Στου βασιλιά. Να του πω να δώσει την κόρη του του αφεντικού μου. Ελάστε και σεις που ο βασιλιάς έχει στάρι να σας ταΐζει, να μη σας σκοτώνουνε οι κυνηγοί».«Καλή ιδέα. Να σου ’κλουθούμε». 
Πέρα-πέρα του ’παντήχνουνε λαγοί. «Πού πας, γάτη με τσι πέρδικες;» «Στου βασιλιά να του πω να δώσει την κόρη του του αφεντικού μου. Ελάστε και σεις απού έχει κήπους, περβόλια, να τρώτε άφοβα, να μη σας σκοτώνουν οι κυνηγοί». «Ερχόμαστε». 
Κάτω-κάτω τόνε βλέπει ένα κοπάδι περιστέρια. «Πού πας, γάτο με τσι πέρδικες και με τσι λαγούς;» «Στου βασιλιά πάω, να του πω να δώσει την κόρη του του αφεντικού μου .Ελάστε κι εσείς που έχει τροφές να μη σας σκοτώνουν οι κυνηγοί». Του ακλουθούσανε και τα περιστέρια. 

Πάει στου βασιλιά, αλλά δεν τον αφήνουν οι δούλοι του παλατιού να μπει μέσα. Γροικά τη μουρμούρα ο βασιλιάς, και πορίζει όξω. Θωρεί τα πουλιά, τσι λαγούς και τσι πέρδικες και σκέφτηκε, πως τ’αφεντικό ετούτου του γάτη ειναι πλούσιος άνθρωπος. Έρχεται μπροστά ο γάτης και του λέει: «Βασιλιά μου, ήρθα να σου πω να δώσεις την κόρη σου του αφεντικού μου. Μου έδωσε αυτά τα πουλιά και τσι λαγούς να στα φέρω δώρο». Ο βασιλιάς τόνε πίστεψε και του είπε: «Άμε να πεις του αφεντικού σου να έρθει να του δώσω την κόρη μου». Πάει ο γάτης στο αφεντικό του και του λέει: «Ο βασιλιάς μου είπε να πας, μα θα σου δώσει την κόρη του!»Το παιδί κι ο γάτης ξεκινήσανε για το παλάτι. Στο δρόμο ακουμπήσανε σε βράχο να ξεκουραστούνε από την πεζοπορία. Αναστέναξε το παιδί και είπενε «Αχ!»

Πορίζει απ’ το βράχο ένας δράκος και του λέει: «Τι με θέλεις;» «Δε σε θέλω! Είπα εγώ ότι σε θέλω;» «Μα με φώναξες, είπες Άχη!» «Εγώ αναστέναξα, δεν το ήξερα πως σε λένε Άχη!» «Και γιατί αναστέναξες;» «Στου βασιλιά πάω, να πάρω την κόρη του γυναίκα μου, αλλά δεν έχω λεφτά να της πάρω ρούχα, ούτε να πάρω εδικά μου, και γι’ αυτό αναστέναξα».
«Άσου, κι εγώ θα σου δώσω». 
Βγάνει από την τσέπη του και του δίνει εκατό κλειδιά και του λέει: «Γιάε, έναν πύργο εκεί κάτω! Άμε ν’ ανοίξεις, και εκεί είναι ρούχα και λεφτά όσα θες! Να πας να πάρεις τη βασιλοπούλα γυναίκα σου, και να έρθετε να καθίσετε σ’ αυτό τον πύργο εφτά μέρες. Μετά τις εφτά μέρες όμως, θα έρθω να σε ρωτήξω κάτι, και, άμα δεν ξέρεις να μ’ απαντήσεις, θα την κρατήξω εγώ για γυναίκα μου». 

Συμφώνησε αυτός, πήρε τα κλειδιά, πήγε στον πύργο, ντύθηκε, πήρε χρυσαφικά και βάσταγε της νύφης. 
Κάμανε το γάμο, γιορτάσανε και μετά το ζευγάρι έφυγε να πάει να ζήσει στον πύργο του δράκου. Περάσανε οι εφτά μέρες. Αναστέναζε πάλι το παιδί. Ο γάτης του λέει: «Μη στενοχωράσαι, αφεντικό, μα δε στην παίρνει ο δράκος την κοπελιά». «Δεν μου τήνε παίρνει; Άμα έρθει και με αρωτά και δεν κατέχω να του απαντήσω, θα μου τήνε πάρει!» «Εγώ θα σε βοηθήσω. Όταν θα έρθει ο δράκος, θα κλείσω την πόρτα να μη βλέπει ποιος του μιλεί. Θα μιλεί αυτός και θα μιλώ κι εγώ. Εσύ δεν θα μιλείς». «Καλά» λέει το παιδί. 

Περνούν οι εφτά μέρες, πάει ο δράκος. Σφαλίζουν την πόρτα να μην τους βλέπει. Λέει ο δράκος απ’ όξω: «Ένας λόγος είναι, είντα λέει;» «Ένας είναι ο Κύριος!» «Δυο λόγια είντα λένε;» «Δυο πόδια έχει η κότα!» «Τρία λόγια είντα λένε;» «Τρισυπόστατος σταυρός!» «Τέσσερα λόγια είντα λένε;» «Τέσσερα πόδια έχει η γάτα!» «Πέντε λόγια είντα λένε;» «Πέντε δάχτυλα το χέρι!» «Έξε λόγια είντα λένε;» «Έξι πόδια έχει η μύγια!» «Εφτά λόγια είντα λένε;» «Εφτά άστρα έχει η πούλια!» «Οχτώ λόγια είντα λένε;» «Οχτώ μέρες έχει η εβδομάδα!» «Εννιά λόγια είντα λένε;» «Εννιά μήνες κάνει το παιδί στην κοιλιά τση μάνας του!» «Δέκα λόγια είντα λένε;» «Δεκαμήνι το πουλάρι!» «Έντεκα λόγια είντα λένε;» «Εντεκαμήνι το μοσχάρι!» «Δώδεκα λόγια είντα λένε;» «Δώδεκα μήνες έχει ο χρόνος! Και να σκάσει ο δράκος να γενεί ο μισός μάλαμα κι ο άλλος ασήμι!» 

Και σκα ο δράκος και γίνηκε ο μισός ασήμι κι ο άλλος μάλαμα. Και κράτηξε το παιδί και τον πύργο και όλα. Κι έζησε με την βασιλοπούλα και με τον γάτη του καλά, κι εμείς καλύτερα. 


Πηγές: www.scribd.com

Από την Μυρτώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου