Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

"Γεια χαρά πλάτανε- παραμυθά!"

«Γλυκό καλοκαιράκι αγαπημένο!»
Το καλοκαιράκι είναι η αγαπημένη εποχή του γέρο-πλάτανου, κι ο Αύγουστος ο αγαπημένος του μήνας. Και η αυγουστιάτικη πανσέληνος είναι η αγαπημένη νύχτα τού αγαπημένου του καλοκαιριού. Ο γέρο- πλάτανος κάθε χρόνο την περιμένει με λαχτάρα εκείνη τη βραδιά του Αυγούστου. Εδώ και πολλά χρόνια την έχει καθιερώσει για τη δική του, τη μοναδική γιορτή του. Τότε, κάτω από το γλυκό φως του ολόγιομου φεγγαριού, ο γέρο – πλάτανος μαζεύει κοντά του όλους τους φίλους του και τους αφηγείται απίθανες ιστορίες και παραμύθια. Γι΄ αυτό εκείνη τη νυχτιά τη λένε «γιορτή του παραμυθιού» και τον γέρο-πλάτανο πολλοί τον ξέρουν «πλάτανο-παραμυθά». Αυτή την υπέροχη γιορτή την οργάνωνε πολλά-πολλά χρόνια! Τόσο πολλά που ούτε ο ίδιος πια δε θυμάται, γιατί τα ΄χει τα χρονάκια του. Μα εγώ φρόντισα κι έμαθα, μου τα είπε όλα ο ήλιος που όλα τα βλέπει κι όλα τα ξέρει. Τώρα θα τα διηγηθώ κι εγώ με τη σειρά μου σε εσάς, για να μάθετε την ιστορία του πλάτανου-παραμυθά που μια φορά το χρόνο λέει ιστορίες και παραμύθια, κι όποιος είναι τυχερός και εκείνη τη μαγική βραδιά βρεθεί στη συντροφιά του έχει να το λέει σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του!
Στα πολύ παλιά τα χρόνια λοιπόν, τότε που ο πλάτανος ήταν ένα μικρούτσικο κι αδύναμο δεντράκι είχε κι αυτός τις αγωνίες και τα προβλήματά του. Παρατηρούσε τα πουλιά να πετούν λεύτερα στον ουρανό, τις μέλισσες να ζουζουνίζουν ολόγυρα, άκουγε το κελάρυσμα του ποταμού που κυλούσε δίπλα του κι είχε μέσα του μια κρυφή ελπίδα πως σήμερα - αύριο θα έρθει κι η σειρά του, να πετάξει, να ζουζουνίσει και να τρέξει! Ένοιωθε τις ρίζες του μέσα στη γη όμως το μυαλό του ήταν στο ταξίδι, στο φευγιό. Μα περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες, περνούσαν τα χρόνια κι ο πλάτανος εκεί, ούτε χιλιοστό δε κουνιότανε. Δηλαδή κουνιότανε όσο τον κουνούσε ο άνεμος, μα εκείνος ανυπομονούσε να φύγει, να βγάλει πόδια να το σκάσει, να βγάλει φτερούγες να πετάξει. Μέρα με τη μέρα μεγάλωνε η απογοήτευσή του, θεριό γενόταν να τον κατασπαράξει.

Άρχισε ν’ αναρωτιέται γιατί οι άλλοι μπορούν κι αυτός όχι;
Γιατί τα σύννεφα πάνε κι έρχονται στον ουρανό κι αυτός όχι;
Γιατί η βροχή ταξιδεύει από τον ουρανό στη γη κι απ’ τη γη στον ουρανό κι αυτός όχι;
Κι ο ήλιος πού σεργιανούσε όλο το βράδυ;
Και τ’ άστρα και το φεγγάρι πού τριγυρίζανε ολημερίς;

Αυτά τα ερωτηματικά δεν τον άφηναν να ησυχάσει, τον έτρωγε η ζήλια, σαν σκουλήκι του ροκάνιζε το μέσα-μέσα του κορμού του. Μια φορά κόντεψε να τον αποτελειώσει, βλαστούς καινούριους δεν έβγαλε, τα φύλλα του κιτρίνισαν και ξεράθηκαν καλοκαιριάτικα, χωρίς να περιμένουν το φθινόπωρο. Έμεινε το δεντράκι κιτρινισμένο και μαραζωμένο. Ευτυχώς τον πρόλαβε μια ελαφριά αύρα που φύσηξε απαλά ανάμεσα από τα καχεκτικά του φύλλα. Κάτι του ψιθύρισε, του έδωσε μια νέα πνοή, το έφερε στα συγκαλά του.

Μα κι αυτό δεν κράτησε για πολύ. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ένα σπουργίτι αποφάσισε να στήσει το σπιτικό του ανάμεσα στις φυλλωσιές του. Το πλατάνι το παρακολουθούσε να φτεροκοπά και να κουβαλά χορταράκια από τα γύρω χωράφια για να φτιάξει τη φωλιά του. Κι όσο πιο πολύ τριγυρνούσε το πουλάκι, όσο περισσότερη ώρα έλειπε τόσο περισσότερο ανησυχούσε το πλατάνι. Όχι πως το ένοιαζε μην πάθει τίποτα ο φιλοξενούμενός του, όχι… μα να εκείνο το φευγιό δεν του καλάρεσε. Και ξύπνησε πάλι το σκουληκάκι της ζήλιας, φρέσκο-φρέσκο κι ορεξάτο έπιασε δουλειά.

Ζήλευε, ζήλευε, ζήλευε και πάλι ζήλευε! Ζήλευε το σπουργιτάκι, τα χελιδόνια, τις πεταλούδες, το νερό του ποταμού και το νερό της βροχής, το φρεσκοπλυμένο ουράνιο τόξο. Και την αργοκίνητη χελώνα κι κείνο το φίδι που μήτε πόδια είχε μήτε φτερά μα πάλι τα κατάφερνε να σέρνεται στη γη! Θυμήθηκε τότε το δροσερό αγεράκι που κάποτε του είχε σώσει τη ζωή, το κάλεσε λοιπόν και του παραπονέθηκε πως τάχα τα φύλλα του είναι φορτωμένα σκόνες και πως τάχα δεν ένιωθε καλά .
«Αχ, θ’ αρρωστήσω πάλι, βοήθησέ με, φύσηξε να χαρείς μ’ όλη τη δύναμη, λυπήσου με» το πλατάνι παρακάλεσε το αγεράκι.

Η αύρα ανυποψίαστη φύσηξε δυνατά, φώναξε και το μελτέμι κι όλους τους αέρηδες και φύσηξαν δυνατά μ’ όλη τους τη δύναμη «μπας και το σώσουμε το κακόμοιρο», έτσι σκέφτηκε η αύρα η ανυποψίαστη. Μα φύσα- φύσα έγινε αυτό που κατά βάθος ευχότανε ο πλάτανος, το γκρέμισαν το φτωχό σπιτάκι του σπουργίτη, διαλυμένο χόρτο και φτερό, έπεσε στο έδαφος. Μα είπαμε πως ο ήλιος όλα τα βλέπει κι όλα τα ξέρει. Έκατσε λοιπόν κι έστειλε με τις ηλιαχτίδες του τα μαντάτα σε όλους. Κι όλοι έμαθαν για την κακία και την πονηριά του. Τώρα ούτε κουνούπι δεν τον πλησίαζε.

Μόνος έμεινε, μόνος κι έρημος. Μα δεν το έβαζε κάτω, τούτη τη φορά πείσμωσε για τα καλά. Αποφάσισε να φύγει, κι έβαλε όλη τη δύναμή κι έβγαλε καινούρια κλαδιά δεξιά κι αριστερά κι άλλα που τραβούσαν προς τα πάνω. Τ’ άπλωνε σαν φτερούγες και προσπαθούσε να σχίσει τον αέρα, να δραπετεύσει. Μα πως; οι ρίζες του με άλλη τόση δύναμη τραβούσαν προς τα κάτω και χώνονταν βαθιά μέσα στη γη. Κι ήρθε και θέριεψε ο πλάτανος κι έγινε το πιο τρανό δέντρο. Μα η μοναξιά-μοναξιά, άνθρωπος δε ξαπόσταινε στον παχύ του ίσκιο ούτε πουλί πετούμενο τον πλησίαζε! Παρέα με τη μοναξιά του, από το πρωί ως το βράδυ και από το βράδυ ως το πρωί. Κι αναπολούσε τα περασμένα και δάκρυα του ερχότανε στα φύλλα του. Και τ’ άφηνε να τρέξουν, έτσι κι αλλιώς ποιον να ντραπεί;… αφού κανείς δεν ήταν εκεί για να τον δει. Η αλήθεια είναι πως είχε μετανιώσει πικρά για το φέρσιμο του. Μα τώρα ήταν πια αργά. Όμως όχι,…. ποτέ δεν είναι αργά για κάποιον που μετανιώνει ειλικρινά.

Ήταν μια νύχτα καλοκαιριού όταν ένα λαμπερό πεφταστέρι κατηφορίζοντας από τον ουρανό σκάλωσε στις φυλλωσιές του. Να η ευκαιρία! σκέφτηκε να κάνει μια ευχή – όταν πέφτει ένα αστέρι λένε πως κάνεις μια ευχή- «ας ήτανε λοιπόν ν’ ανοίξει ένα παράθυρο στη μοναξιά του κι ας ήτανε μικρούλι τόσο δα», ευχήθηκε μέσα απ’ τα βάθη της ψυχής του. Μια παρέα ζητούσε, μια συντροφιά, τίποτα παραπάνω. Μα ήξερε όμως πως αυτό που ζητούσε ήταν σπουδαίο. Κακό πράμα η μοναξιά!
Το λαμπερό φως του αστεριού χάθηκε, ή μήπως δε χάθηκε ολότελα; Εκείνη τη στιγμή ο πλάτανος ένοιωσε σαν μια φλόγα να μπήκε μέσα του. Ευτυχώς δεν ήταν φλόγα φωτιάς μα φλόγα γνώσης και αγάπης και τον άγγιξε, τον φώτισε. Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο πρόθυμα καλοδέχτηκε την αραχνούλα που με κόπο σκαρφάλωνε στον κορμό του, καλησπέρισε το αυγουστιάτικο φεγγάρι κι όλα τ’ άστρα του ουρανού. Όλα όσα μέχρι τώρα του φαίνονταν βαρετά φωτίστηκαν αλλιώς. Σ’ όλους είχε ένα καλό να πει και όλοι του τον ανταπέδιδαν. Όχι μόνο τον καλημέριζαν και τον καλησπέριζαν μα σιγά-σιγά ξεκίνησαν να του εξιστορούνε όμορφες ιστορίες και παραμύθια από τόπους μακρινούς, από καιρούς αλλοτινούς. Σαν όνειρο του φαίνονταν όλα αυτά του πλάτανου, κι ορκίστηκε ποτέ να μην αφήσει να τελειώσει αυτό το θαύμα!

Άκουγε ακούραστα τις ιστορίες που του ψιθύριζε ο άνεμος, τα παραμύθια που του κελαηδούσε το αηδόνι, και κείνες που του κελάρυζε το νερό του ποταμού και του σιγοψιχάλιζαν οι σταγόνες τις βροχής και εκείνες που έλεγαν τα κουδούνια από τα πρόβατα και κείνες που τραγουδούσαν τα τζιτζίκια! Τις ρουφούσε με χαρά και τις έκρυβε σαν πολύτιμους θησαυρούς μέσα στα φύλλα, στα κλαδιά του, στον κορμό και μες στις ρίζες του.
Έγινε φίλος με τ’ αποδημητικά πουλιά, κι αν κάποια προτιμούσαν να χτίζουν άλλου τις φωλιές τους δεν ξεχνούσαν να κάνουν μια στάση στον καλό τους πλάτανο να ξεκουραστούν, να δροσιστούν στον ίσκιο του και ν΄ ακούσουν τα νέα του. Και καθώς τον αποχαιρετούσαν του χάριζαν μια ιστορία που την κρατούσαν καλοδιπλωμένη μέσα στη βαλίτσα τους, μια ιστορία δώρο για τον πλατανάκο τους.

Και τώρα ποιος τον φτάνει τον πλάτανο, ταξιδεύει παντού, τρέχει σε χωριά και πολιτείες, σε σχολεία και σε πολυκαταστήματα, σε βουνά χιονοσκέπαστα, σε παραλίες, σε ορυζώνες και ελαιώνες. Ψηλά στο βασίλειο του ήλιου ανεβαίνει μα και κάτω στις υπόγειες σπηλιές κατεβαίνει. Έτσι τα έμαθε λοιπόν ο γερο πλάτανος τα παραμύθια και τις ιστορίες του με το ταξίδι της αγάπης και της φιλίας. Και έμαθε πράματα και θάματα, σα να έζησε εκατό ζωές! Είδε κι άκουσε πολλά. Πέρασαν κι άλλα χρόνια και δεκαετίες ολόκληρες και κάποια φορά τ’ αποφάσισε πως τούτο τον πλούτο έπρεπε να τον μοιραστεί. Γι’ αυτό μια φορά το χρόνο, μια νύχτα καλοκαιρινή- όπως τότε που αγκάλιασε το πεφταστέρι– τους καλούσε όλους τους φίλους του και τους κερνούσε τις υπέροχες ιστορίες του που είχε μαζέψει από τα μαγευτικά του ταξίδια. Να λοιπόν γιατί οι περισσότεροι τον ξέρουνε και τον φωνάζουνε «πλάτανε – παραμυθά» και κάθε χρόνο προσμένουν με λαχτάρα την αυγουστιάτικη πανσέληνο να τους οδηγήσει με το απαλό της φως στην αγκαλιά του γέρο πλάτανου. Κι η γιορτή που ακολουθεί είναι σωστό πανηγύρι, κάθε χρόνο και καλύτερη! Με το χάραμα, πριν ο ήλιος προβάλλει, οι φίλοι του τον αποχαιρετούν συγκινημένοι φωνάζοντας: «σ’ ευχαριστούμε, να ΄σαι καλά, ν’ ανταμώσουμε ξανά και του χρόνου, πλάτανε – παραμυθά!»


(Διασκευή: Τζιάκη Δέσποινα)
ΠΗΓΗ :www.kandanos.eu

Από την Ηρώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου