Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

"Το μαγεμένο χρυσόψαρο"

Μια φορά και έναν καιρό, στην Άκρη του Μεγάλου Δάσους, ζούσαν σε ένα καλυβάκι η κυρά Μαριώ με τον άντρα της τον Ιάσονα. Παιδιά δεν είχαν και μεγάλη φτώχεια μάστιζε το καλυβάκι τους. Ο κυρ-Ιάσονας πήγαινε για ψάρεμα με μια απόχη κι ένα καλάμι και ό,τι ψάρια έπιανε τα πουλούσε στην πολιτεία σε μια μεγάλη αγορά, έτσι ώστε να ζούνε.Ένα πρωινό κρατώντας το καλάμι στο χέρι, το αγκίστρι τινάχτηκε δυνατά. Το τραβάει ο κυρ-Ιάσονας και τι να δει! Είχε πιάσει ένα χρυσόψαρο, όπου με ανθρώπινη φωνή του είπε:
—Ψαρά μου, σε παρακαλώ, άσε με να ζήσω, κι εγώ θα σου δώσω ό,τι μου ζητήσεις.
Παραξενεμένος ο ψαράς, κοίταξε το χρυσόψαρο που μιλούσε και του είπε:
—Τι να θέλω από σένα; Εγώ ψάρια θέλω να έχει η θάλασσα, να τα ψαρεύω και πουλώντας τα στην αγορά να μπορούμε να ζούμε με την γυναίκα μου την κυρά-Μαριώ.
—Θα τα έχεις! Απάντησε το χρυσόψαρο, καθώς το έριχνε ο κυρ-Ιάσονας στην θάλασσα.

Το μεσημεράκι επιστρέφοντας στο καλυβάκι διηγήθηκε στην γυναίκα του τι είχε συμβεί.
—Πω-πω! Του απάντησε εκείνη. Αύριο θα πάμε μαζί για να το ακούσω κι εγώ, μήπως με λυπηθεί και μου χαρίσει κι εμένα ό,τι του ζητήσω.

Πράγματι πήγανε στην θάλασσα, στάθηκε η κυρά Μαριώ φωνάζοντας:
«Ψαράκι μου, ψαράκι μου χρυσό, για έβγα έξω που θέλω να σου πω!»
Όμως το χρυσόψαρο δεν βγήκε, παρά κάτι πελώρια κύματα μουγκρίζοντας την πέταξαν μακριά.
Τότε πήγε ο κυρ-Ιάσονας φώναξε και το χρυσόψαρο βγήκε στον αφρό.
—Τι θέλεις; Τον ρώτησε.
—Ένα σπιτάκι πιο ανθρώπινο.
— Πολύ καλά. Θα το έχεις.
Πράγματι όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, αντί να αντικρίσουν την αχυρένια καλύβα τους βρήκαν στην θέση της να στέκεται ένα πολύ όμορφο σπιτάκι.

Δυστυχώς όμως η κυρά Μαριώ πήρε θάρρος, της άρεσε αυτό που συνέβαινε κι έτσι έστελνε κάθε μέρα τον άντρα της να ζητάει από το χρυσόψαρο πλούτη, παλάτια, χρυσαφικά, υπηρέτες, αλλά και αυτοκρατορικά δικαιώματα.
Μια μέρα ο κυρ-Ιάσονας πήγε και πάλι στον γιαλό, φώναξε το χρυσόψαρο και διστακτικά του λέει:
—Ψαράκι μου η γυναίκα μου θέλει να γίνει τρανή Βασίλισσα.
—Τρανή βασίλισσα; Καλά! απάντησε το χρυσόψαρο. Πες της να έρθει εδώ, για να της φορέσω το στέμμα...

Ο κυρ-Ιάσονας έκανε όπως του είπε το χρυσόψαρο. Πήρε την γυναίκα του, την πήγε στον γιαλό, φώναξε το χρυσόψαρο και τότε…ο ουρανός συννέφιασε, τα νερά κατάμαυρα αγρίεψαν. Ανάμεσά τους στάθηκε το ψάρι λέγοντας στην κυρά Μαριώ:
- Σου έδωσα χίλια καλά, αλλά εσύ είσαι αχάριστη. Γι’ αυτό θα σε πάρω μαζί μου να με υπηρετείς.
Και μονομιάς άνοιξε το στόμα του και βούτηξε την κυρά Μαριώ και την κατέβασε στο βυθό τής θάλασσας, εκεί όπου ήτανε τα δικά του ανάκτορα, όλο μαρμάρινες σκάλες, κολώνες, αψίδες, όμορφα σιντριβάνια και έπιπλα από αλάβαστρο.
- Εδώ θα κάτσεις για δέκα χρόνια, της είπε. Έναν αχάριστο άνθρωπο χρειαζόμουν για να λύσει τα μάγια που μου έκαναν πριν από πολλά χρόνια. Θα με υπηρετήσεις και μόνο αν μετανοήσεις και βρεις το χρυσό μου στέμμα στο απέραντό μου Βασίλειο και μου το φορέσεις, τότε θα ξαναγίνω ο Πρίγκιπας του Γαλάζιου Βασιλείου και θα σε ελευθερώσω.

Αυτά είπε το χρυσόψαρο και λικνίζοντας την ουρά του χάθηκε. Και από κείνη την ώρα άρχισε την δουλειά η κυρά Μαριώ, ψάχνοντας για το στέμμα.

Ο κυρ-Ιάσονας περίλυπος πήγαινε κάθε μέρα στο γιαλό παρακαλώντας το χρυσόψαρο να συγχωρέσει την γυναίκα του. Όμως το ψάρι είχε πια εξαφανιστεί.
Κάποια μέρα γυρίζοντας σπίτι του, που είχε γίνει πάλι καλυβάκι, είδε κόσμο μαζεμένο. Δέκα άντρες κρατούσαν ο καθένας από ένα φαναράκι αναμμένο. Πλησιάζει ο κυρ-Ιάσονας τους ρωτάει τι συμβαίνει κι ο μεγαλύτερος από αυτούς απάντησε:

- Είμαστε υπηρέτες του Πρίγκιπα που έγινε χρυσόψαρο και κρατάει την γυναίκα σου, επειδή είναι θυμωμένος για την αχαριστία της. Αν θέλεις να έρθει πάλι κοντά σου η γυναίκα σου, πρέπει να πάρεις ένα-ένα τα φαναράκια, να τα πας σε δέκα ξεχωριστές εκκλησίες, να ανάψεις τα καντήλια και ύστερα να τα φέρεις πίσω όλα αναμμένα, αφήνοντάς τα στον μεγάλο βράχο του γιαλού. Τα φαναράκια θα φωτίσουν και θα δείξουν στην γυναίκα σου τον δρόμο για το χαμένο στέμμα.

Τι να κάνει ο φουκαράς ο ψαράς, έκανε όπως του είπαν. Λίγο αργότερα τα κύματα έκαναν ένα μεγάλο παφλασμό. Παρουσιάζεται η κυρά Μαριώ με το στέμμα, το φοράει στο κεφάλι του χρυσόψαρου κι εκείνο έγινε μεμιάς άνθρωπος.
Τα νερά της θάλασσας γαλήνεψαν, το καλυβάκι ξανάγινε όμορφο σπιτάκι και από τότε η κυρά Μαριώ ευγνωμονεί τον Θεό για όσα της δίνει κάθε μέρα. Ζούνε ευτυχισμένοι με τον κυρ-Ιάσονα, μα είναι πια πολύ γέροι…

Πηγή http://www.junior.gr/paramythia/goldfish.html

Από την Νικόλ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου